Το πιο ουσιώδες δόγμα της σύγχρονης ψυχοθεραπείας είναι σχετικά απλό: για να επουλώσουμε τα σημερινά μας τραύματα, οφείλουμε να καταλάβουμε τι πραγματικά συνέβη όταν ήμασταν μικρά παιδιά. Η λογική του ακούγεται όμορφη, σκοντάφτει όμως σε ένα τεράστιο πρόβλημα: την αμνησία. Οι περισσότεροι ενήλικες δεν θυμούνται απολύτως τίποτα πριν από τα τρία, ενώ και μέχρι τα επτά οι μνήμες είναι σκόρπιες, θαμπές, σαν βιβλιοθήκη που κάηκε σε φωτιά και σώθηκαν λίγα από εδώ κι εκεί. Έτσι, η περίοδος που θεωρούμε πιο καθοριστική είναι ταυτόχρονα και η πιο ασαφής. Κι επιπλέον, ό,τι ζήσαμε τότε, ακόμη κι αν ήταν παράξενο ή θλιβερό, μοιάζει σήμερα «φυσιολογικό». Κι αυτό φυσικά επειδή ήταν το μοναδικό μας πλαίσιο, ήταν όλα όσα ξέραμε. Το περίεργο περνά απαρατήρητο όταν είναι το καθημερινό μας οξυγόνο. Αυτό δημιουργεί ένα αδιέξοδο: ζητούμε να διαβάσουμε ένα κεφάλαιο της ζωής μας του οποίου οι σελίδες λείπουν ή είναι μισοσβησμένες. Το ένστικτο μάς ωθεί λοιπόν να κοιτάξουμε αλλού. Είναι πιο εύκολο – και λιγότερο επίπονο – να φτιάξουμε μια ιστορία για το τώρα παρά να αμφισβητήσουμε την «κανονικότητα» του τότε. Κι όσο τρέχουμε μακριά από εκείνη την θολή αλήθεια, τόσο τα παλιά μοτίβα πατούν γερά στο παρόν. Επαναλαμβάνονται χωρίς να τα αναγνωρίζουμε και στην προσπάθειά μας να παράξουμε νόημα από τη ζωή μας, βαφτίζονται «τύχη», «καρμική έλξη», «κακό timing», οτιδήποτε δηλαδή εκτός από το όνομά τους.
Υπάρχει όμως ένας δρόμος που δεν απαιτεί να ανασύρουμε φωτογραφικές λεπτομέρειες από την προσχολική μας ηλικία. Η κληρονομιά του παρελθόντος είναι ήδη ενεργή εδώ, σήμερα, στον τρόπο που νιώθουμε, σκεφτόμαστε, αντιδρούμε. Αν θέλουμε να γίνουμε «αρχαιολόγοι» του εαυτού μας, δεν χρειάζεται να σκάψουμε στο κενό. Αρκεί να παρατηρήσουμε με προσοχή την εξέλιξη του παρόντος. Μια εξαιρετική ερώτηση για να αρχίσουμε τις εσωτερικές ανασκαφές είναι: «Τι με φοβίζει, στην πράξη, μέσα στην καθημερινότητά μου;» Και να το πούμε ευθέως: «Φοβάμαι μήπως φανώ ανόητος, αβοήθητος. Μήπως θεωρηθώ άσχημος ή ανεπαρκής. Μήπως με κοροϊδέψουν, με ντροπιάσουν, με απορρίψουν. Φοβάμαι ότι οι άλλοι θα είναι σκληροί μαζί μου». Αυτές οι φράσεις δεν γεννήθηκαν χθες. Είναι σύγχρονες εκδοχές παλιών φόβων μπροστά σε πολύ συγκεκριμένα πρόσωπα. Κάποτε, κάποιος μας έκανε να νιώσουμε μικροί και χαζοί. Κάποιος μας κοίταξε με βλέμμα τύπου «δεν είσαι αρκετός, σταμάτα να ξοδεύεις τον χρόνο μου». Κάποιος χρησιμοποίησε τον χλευασμό για να επιβάλει πειθαρχία ή την απόσυρσή του ως τιμωρία. Αν πάρουμε τη σημερινή μας λίστα σοβαρά, γίνεται χάρτης του εσωτερικού μας τοπίου: «Ποιος με τρόμαξε με την κριτική του; Πώς το έκανε; Πότε ένιωσα ότι με έκριναν για την εμφάνιση ή για την αξία μου; Σε ποιο σκηνικό έμαθα ότι το λάθος δεν συγχωρείται;»
Με τέτοιες ερωτήσεις, δεν «κατασκευάζουμε» αναμνήσεις· δημιουργούμε χώρο για να αναδυθούν οι υπάρχουσες. Ζωηρές εικόνες, χαρακτηριστικές φράσεις, το κλίμα ενός σπιτιού όπου η τρυφερότητα ήταν λιγοστή ή που οι όροι της αγάπης ετίθεντο σιωπηρά και κοφτερά αρχίζουν να ξεχωρίζουν. Και μαζί τους αναδύεται μια νέα οπτική για τους φροντιστές μας: όχι ως δαίμονες (με λίγη καλή τύχη) ούτε ως αγάλματα αλλά άνθρωποι με τα δικά τους τυφλά σημεία που άφησαν όμως πάνω μας συγκεκριμένα αποτυπώματα. Το επόμενο βήμα απαιτεί δύο αρετές που σπανίζουν: υπομονή και θάρρος. Υπομονή, επειδή η κατανόηση κι η βίωση δεν προκύπτουν με εντολή· η μνήμη και το συναίσθημα κινούνται συχνά αργά, με τον δικό τους ρυθμό. Θάρρος, επειδή το να παραδεχθούμε ότι οι φόβοι μας δεν είναι απλώς ο «χαρακτήρας» μας που δεν αλλάζει πια αλλά μαθήματα που μας δόθηκαν νωρίς πονάει και κυρίως, βάζει πάνω μας το βάρος της αλλαγής. Όσο αναγνωρίζουμε τις συγκεκριμένες αφετηρίες των αντιδράσεών μας, τόσο μικραίνει η ανάγκη να τις προβάλλουμε πάνω σε όλους τους σημερινούς ανθρώπους και καταστάσεις. Ο συνάδελφος δεν είναι «πάντα εχθρικός», απλώς το ύφος του συχνά αγγίζει ένα παλιό νεύρο. Ο σύντροφος δεν είναι «πάντα επικριτικός», απλώς κάποιες λέξεις του ξύνουν μια πληγή που άχαρα άνοιξαν κάποτε οι εντολές της μαμάς.
Η χαρτογράφηση δεν αλλάζει το παρελθόν μα την επιρροή του στο σήμερα. Εκεί που αντιδρούσαμε μηχανικά, αρχίζουμε να ανταποκρινόμαστε συνειδητά. Εκεί που αποφεύγαμε, αρχίζουμε να δοκιμάζουμε μικρές εκθέσεις στον κίνδυνο. Εκεί που η ντροπή μάς κρατούσε βουβούς, δίνουμε στη φωνή μας απλές, καθαρές προτάσεις. Εκεί που όταν μας καταπατούσαν καταπίναμε την άποψή μας, προσφέρουμε στον εαυτό μας τη δυνατότητα να βάλει όρια. Όλα ξεκινούν από τη δυνατότητα να ξεχωρίζεις το «τότε» από το «τώρα», ώστε να διαπραγματεύεσαι με το παρόν χωρίς να είσαι όμηρος του παρελθόντος. Κάποια στιγμή, η εικόνα γίνεται πιο καθαρή. Βλέπουμε πώς η ανάγκη για τελειότητα ήταν ασπίδα στη μειονεξία που νιώθαμε, πώς η απόσυρση ήταν τακτική επιβίωσης στο χάος που μας περιστοίχιζε, πώς η υπερβολική επαγρύπνηση ήταν ο μόνος τρόπος να γλιτώνουμε την ντροπή και τον εξευτελισμό. Και τότε, το μέλλον παύει να μοιάζει τόσο δύσκολο και επικίνδυνο ακριβώς επειδή αναγνωρίσαμε όσα μας συνέβησαν σωστά. Τους δώσαμε την πραγματική τους έκταση και μπήκανε στο ντουλάπι της ιστορίας μας και πάλι, τακτοποιημένα και γνωστά αυτή τη φορά. Η ένταση των παλιών συναγερμών μειώθηκε, τα «πάντα» και τα «ποτέ» δεν ακούγονται τόσο συχνά πλέον και το πεδίο των επιλογών μας επιτέλους μεγάλωσε.
Η υπόσχεση της ψυχοθεραπείας δεν είναι να μας φτιάξει την μνήμη ούτε να ξαναγράψει την ιστορία μας. Είναι να μας βοηθήσει να ρίξουμε φως στο βίωμα, να δώσουμε ονόματα εκεί όπου υπήρχε μόνο σύγχυση, να συνδέσουμε τα σημερινά μας άλματα με τις παλιές μας προσγειώσεις και να αναλάβουμε πλήρως την ευθύνη του «τι κάνω τώρα» χωρίς να κουβαλάμε ασυνείδητα την καθηλωτική ένταση του «τι μου έκαναν τότε». Κι όταν αυτή η διαδικασία επιτευχθεί, κάτι ουσιαστικό μετακινείται μέσα μας. Δεν φοβόμαστε τόσο το επόμενο κεφάλαιο γιατί καταλαβαίνουμε καλύτερα το «πώς φτάσαμε ως εδώ», το βίωμά μας πλέον μας ανήκει. Όταν διαβάσουμε επιτέλους τον εσωτερικό μας χάρτη που κρύβεται σε κοινή θέα διαρκώς και επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να ξέρουμε όσα ξέρουμε και να νιώθουμε όσα νιώθουμε, τότε η ψυχική μας ανάρρωση γίνεται μια πολύ υπαρκτή πιθανότητα.