Υπάρχει ένα βαθύ παράδοξο στην καρδιά της συναισθηματικής μας ζωής. Από τη μια, δηλώνουμε ότι αυτό που επιθυμούμε περισσότερο είναι η αγάπη. Μιλούμε γι’ αυτήν με νοσταλγία, τη λαχταρούμε όταν λείπει, τη δοξάζουμε μέσα από τραγούδια, ιστορίες και ταινίες. Τη φανταζόμαστε ως το σταθερό λιμάνι που θα μας γαληνέψει. Κι όμως, όταν τη συναντάμε πραγματικά, κάτι μέσα μας αναστατώνεται. Η σχέση μας με την αγάπη δεν είναι ποτέ τόσο καθαρή και απλή όσο πιστεύουμε. Τη ζητάμε και την αποστρεφόμαστε ταυτόχρονα, την επιθυμούμε βαθιά αλλά και τη φοβόμαστε.
Αν κοιτάξει κανείς τη συμπεριφορά μας πέρα και πάνω από τα λόγια, το βλέπει καθαρά. Η προοπτική να αγαπηθούμε αληθινά, να μας δουν, να μας κρατήσουν, να μας διαλέξουν, συχνά προκαλεί πανικό που ούτε εμείς κατανοούμε πλήρως. Μόλις κάποιος δείξει πραγματικό ενδιαφέρον, αρχίζουμε να εντοπίζουμε ελαττώματα που είναι ασαφή και όχι τόσο ουσιαστικά: ξαφνικά ίσως μας φαίνεται υπερβολικός, βαρετός, απλά «λάθος». Παρότι νιώθουμε ασφυκτικά στη μοναξιά μας, όταν έρθει ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να τη γιατρέψει, μας κυριεύει μια βαθιά και ανεξήγητη δυσφορία. Ξεσπούν τσακωμοί για το τίποτα, οι αμφιβολίες πληθαίνουν κι ένας εσωτερικός μηχανισμός -παλιός και επίμονος- αρχίζει να δουλεύει για να διαλύσει αυτό που φοβόμαστε να κρατήσουμε.
Για να δικαιολογήσουμε αυτή τη σύγχυση, επιστρατεύουμε λογικά επιχειρήματα. Πάντα θα υπάρχει κάτι να σταθεί ως πρόσχημα: η δουλειά του, το γέλιο του, η ηλικία του, οι φίλοι του, μια βολική λεπτομέρεια. Οτιδήποτε μπορεί να στηρίξει το ηχηρό μας «όχι», μια εσωτερική απόφαση που έχει ήδη παρθεί από καιρό. Οι φίλοι μας, ανυποψίαστοι για τα βαθύτερα ρεύματα, συνήθως παρακολουθούν τις εξελίξεις: «Κρίμα, έδειχνε καλό παιδί… ίσως ο/η επόμενος/η!».
Η αλήθεια όμως, βρίσκεται αλλού. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να δεχτούμε την αγάπη αν σαν παιδιά δεν τη νιώσαμε καθαρά και σταθερά, αν δεν μας «δόθηκαν» ολοκληρωτικά οι γονείς μας όχι μόνο στο επίπεδο της πρακτικής φροντίδας αλλά και της ψυχικής διαθεσιμότητας. Για πολλούς ανθρώπους, εκεί βρίσκεται η ρίζα της πληγής: μεγάλωσαν σε σπίτια όπου η αγάπη των γονέων ήταν θαμπή, ασταθής, απούσα ή μπερδευτική. Ίσως να έφταιγε η θλίψη που ένιωθαν οι γονείς τους, η ανωριμότητά τους όταν ανέλαβαν το γονεϊκό έργο, η ανικανότητα να συνδεθούν με τα παιδιά τους λόγω του δικού τους συναισθηματικού παρελθόντος ή η εξάντληση που ένιωθαν από την υπόλοιπη ζωή τους.
Ό,τι και να έφταιγε, η συναισθηματική πραγματικότητα της σχέσης ενεγράφη δίχως λόγια στην καρδιά του παιδιού. Μέσα από το βλέμμα του γονιού, την προθυμία του να το φροντίσει, την παρουσία ή την απουσία του, το παιδί διαμόρφωσε σιωπηρά ένα συμπέρασμα για τον εαυτό του που αφορά το πόσο σημαντικό είναι, πόσο χαίρονται οι άλλοι που βρίσκεται ανάμεσά τους και τελικώς, σε ποιο βαθμό έχει αξία σαν άνθρωπος. Κι όταν η συναισθηματική παρουσία των γονέων είναι ασταθής ή περιορισμένη, αυτό το συμπέρασμα παίρνει τη μορφή μιας βαθιάς – συχνά ασυνείδητης – λυπηρής πεποίθησης: ότι κάτι σε εκείνο δεν αρκεί για να κρατήσει τον άλλον κοντά, ότι είναι θεμελιωδώς ανεπαρκές, ότι φταίει που δεν το αγαπάνε.
Αυτή η πρώιμη πεποίθηση, παρότι κρυμμένη καλά για τον επιφανειακό παρατηρητή, είναι κάθε άλλο παρά αδρανής. Ενεργοποιείται ξανά και ξανά στις ενήλικες σχέσεις, καθορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τους άλλους. Μπορεί να λήγουμε διαρκώς τις σχέσεις μας γρήγορα ή να φερόμαστε με τρόπους που κάνουν τους συντρόφους μας να υποφέρουν κοντά μας και έτσι, να μας αφήνουν. Για χρόνια, ίσως να αποδίδουμε τη σχεσιακή μας τρικυμία σε «λάθος επιλογές», σε ασυμβατότητες ή απλώς, στην ατυχία. Κάτω όμως από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα απομάκρυνσης, συχνά βρίσκεται μια βαθύτερη δυσκολία: η δυσανεξία στην ασφάλεια της σχέσης. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα, η σταθερότητα και η καλοσύνη δεν βιώνονται ως καταφύγιο αλλά ως κάτι ξένο και αμήχανο – ίσως και επικίνδυνο. Αντίθετα, η απόσταση και η έλλειψη διαθεσιμότητας μπορεί να γεννούν ένα παράδοξο αίσθημα οικειότητας παρότι η πραγματικότητα που δημιουργούν είναι δυσάρεστη.
Κάποια στιγμή λοιπόν, μπορεί να αρχίσει να γίνεται σαφές ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στους ανθρώπους που συναντάμε αλλά στον τρόπο που βιώνουμε την εγγύτητα. Αυτό που μας αποδιοργανώνει δεν είναι ο άλλος αλλά η ίδια η εμπειρία του να μας θέλουν, να μένουν, να είναι διαθέσιμοι, να διαψεύδουν με τις πράξεις και τα λόγια τους ένα μήνυμα που -αν και τόσο επίπονο- έχτισε την κοσμοθεωρία μας: ότι δεν είμαστε άξιοι να αγαπηθούμε κατά βάθος. Από εκεί και πέρα, η αλλαγή δεν έρχεται ηχηρά κι εντυπωσιακά. Δεν μοιάζει με το απόλυτο «κλικ», μετά το οποίο όλα κυλούνε ρόδινα. Σταδιακά όμως, αποκτούμε τη δυνατότητα να μένουμε παρόντες ενώ φοβόμαστε, να μην εγκαταλείπουμε σχέσεις μόνο και μόνο επειδή ενεργοποιείται η παλιά αίσθηση ανεπάρκειας. Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να αντικρίσουμε τον εαυτό μας πιο ρεαλιστικά και συγχωρητικά και μέσω αυτής της οδού, να δούμε και τον άλλο πιο ρεαλιστικά, χωρίς να χρειάζεται είτε να τον εξιδανικεύσουμε είτε να τον ακυρώσουμε. Και ίσως, μέσα σε αυτή τη διαδικασία, να μπορέσουμε να πούμε κάτι δύσκολο μα αληθινό: «Σε θέλω και παρότι με τρομάζει πολύ, επιλέγω να μείνω». Ο φόβος δεν θα εξαφανιστεί. Δε θα είμαστε όμως δέσμιοί του πια σε επίπεδο παράλυσης.