Υπάρχει κάτι σχεδόν σκανδαλώδες στη μουσική. Καταναλώνει αμέτρητα δισεκατομμύρια, γεμίζει στάδια, συντροφεύει ντουζ και διαδρομές μετρό και παρόλα αυτά, δεν «χρησιμεύει» σε τίποτα. Κανείς δεν τρώει μελωδίες, ούτε ζεσταίνει το σπίτι του με συγχορδίες. Κι όμως, θαρρείς πως η ανθρωπότητα δεν θα άντεχε δίχως αυτό το άχρηστο θαύμα… όπως δεν αντέχει δίχως ανάσα. Ας τη φανταστούμε, λοιπόν, ως χάρτη του σύμπαντος. Ένα αχανές σύμπαν δίχως προορισμό. Όπως ο χορός, που δεν φτάνει ποτέ κάπου αλλά ζει στην περιστροφή των σωμάτων. Όπως τα παιδιά που τρέχουν κυκλικά στην αυλή, ώσπου ένας μεγάλος τα διακόπτει: «Μαζευτείτε, κάντε κάτι χρήσιμο!!». Μα ποια χρησιμότητα έχει ένας ιπποπόταμος, μια ανεμώνη, ένα ηλιοβασίλεμα ή ένα ρυάκι; Η Φύση δεν φοράει κοστούμι εργασίας· επιλέγει καθημερινά φόρεμα γιορτής. Όταν ακούμε μουσική, δεν κατοικούμε στο χθες ούτε σπεύδουμε προς το αύριο. Αναδύεται τότε μια ευρύχωρη στιγμή, μια αίθουσα παρόντος όπου οι νότες σμιλεύουν διαστήματα κι αυτά τα κενά – οι σιωπές ανάμεσα στις νότες – είναι εξίσου σημαντικά με τους ήχους. Το «αιώνιο τώρα» δεν είναι μια ρωγμή στον χρόνο αλλά ένα πεδίο εμπειρίας που υπερβαίνει τους δείκτες του ρολογιού: ακούω, ανασαίνω, υπάρχω, αισθάνομαι· απόλυτα· εδώ.
Πόσο υποφέρουμε, όμως, από την επίμονη ανάγκη να τοποθετήσουμε τα πάντα στο συρτάρι του «νοήματος», να τακτοποιήσουμε κάθε κατάσταση στους νοερούς διαδρόμους που αναζητούν απεγνωσμένα να γεμίσουν τα κενά με εξηγήσεις… “ζωή χωρίς νόημα είναι αβίωτη”, “πρέπει να βρεις τον σκοπό σου στη ζωή”, “τι σημαίνει για εσένα η ζωή;” ακούμε συχνά, λες κι η ζωή είναι λέξη σε λεξικό ή παράρτημα εγκυκλοπαίδειας. Ξεχνάμε ότι όλα όσα έχουν κάποιο νόημα είναι επειδή αποτελούν σύμβολα. Δουλειά των συμβόλων είναι να στρέφουν το βλέμμα μας σε καθετί αληθινό. Οι λέξεις, οι χάρτες, τα νομίσματα είναι πάντοτε υπηρέτες· δείχνουν αλλού. Η λέξη νερό δεν ξεδιψά, όπως μια παρτιτούρα δεν τραγουδά. Ένα χαρτονόμισμα δεν προσφέρει ζέστη, όπως ένας χάρτης δεν μας ταξιδεύει στον κόσμο. Τα σύμβολα υπάρχουν για να υποδεικνύουν, να εκπροσωπούν, να διευκολύνουν. Η ίδια η ζωή, όμως, δεν είναι εκπρόσωπος κανενός. Δεν δείχνει αλλού, δεν υπονοεί, δεν συμβολίζει. Είναι ο ήχος και η σιωπή, ο προορισμός και η διαδρομή, η αρχή και το τέλος όλων. Η ζωή – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό – απλώς είναι.
Όποιος αναζητά εμμονικά «το νόημα» αντιμετωπίζει το γεγονός της ύπαρξης σαν τουριστικό οδηγό. Μοιάζει με ταξιδιώτη που απορεί γιατί ο ωκεανός δεν έχει οδηγίες κολύμβησης. Μα η ουσία του ωκεανού ήταν πάντοτε το ίδιο το κύμα που αφρίζει στα πόδια του, η αίσθηση του νερού που αγκαλιάζει το κορμί του. Η ζωή δεν ζητούσε ποτέ ερμηνεία· ποτέ δεν τη χρειάστηκε. Μας προσκαλεί συνεχώς να τη γευτούμε, να την απολαύσουμε, να την αισθανθούμε. Όπως ακούμε μια μελωδία χωρίς να προσπαθούμε για τίποτα και ταξιδεύουμε αβίαστα στα σοκάκια της φαντασίας μας, έτσι το να είμαστε εδώ – να ανασαίνουμε, να αγγίζουμε, να βλέπουμε το φως να αλλάζει ένταση και χρώμα – είναι από μόνο του η απάντηση που αναζητούμε.
Όλη η πλάση παρουσιάζει μια θεία ελαφρότητα. Λένε πως οι άγγελοι πετούν γιατί παίρνουν τον εαυτό τους πολύ ελαφρά. Ίσως να είναι αλήθεια. Η συνειδητοποίηση της παιγνιώδους υφής αυτού του κόσμου μπορεί να γίνει το κλειδί ενός παραδείσου που κρύβεται σε κοινή θέα καθημερινά. Ενός παραδείσου προσβάσιμου σε όλους ανεξαιρέτως. Η ανάγκη για σπουδαιότητα ίσως προκύπτει από την ατελή εναρμόνιση μας με την ουσία μας και την εγγενή ασημαντότητά της· η σοβαρότητα ίσως να είναι η μεγαλύτερη πλάνη αυτής της ζωής. Δες τους ανθρώπους στον δρόμο: βιαστικές φιγούρες, τσιτωμένα σώματα, ανήσυχα μυαλά, πρόσωπα στραμμένα στο μέλλον λες και η ύπαρξη αρχίζει στο κατώφλι του επόμενου στόχου. Η ζωή χτυπά το τύμπανο τώρα. Εδώ που καθόμαστε, πριν και πέρα από κάθε θρίαμβο ή ήττα, υπάρχει πλήρες νόημα – ένα νόημα του οποίου κοινωνός δεν γίνεται ο αναλυτικός νους, μα η ανοιχτή καρδιά.
Ο πολιτισμός που ξεχνά την ελαφρότητα χάνει τα λογικά του. Αν η ζωή πρέπει πάση θυσία να συνεχιστεί «για έναν σκοπό», γίνεται φυλακή. Κάποιοι από εμάς, ακόμη κι αν δεν είμαστε πλούσιοι, καταξιωμένοι ή “σημαντικοί” μένουμε για να απολαύσουμε τον χορό. Το χέρι ενός φίλου, ο ήλιος που δίνει πνοή στον γαλανό ουρανό, το νερό που γλιστρά μέσα από τα χέρια μας, το θρόισμα των φύλλων ένα ήσυχο μεσημέρι είναι τα ίδια η εξήγηση. Υπάρχει ένα ποιηματάκι που λέει:
“Η μακρά νύχτα, ο ήχος του νερού ψιθυρίζουν όσα σκέφτομαι.”
Παρατήρησε προσεκτικά και θα δεις πως όλα ήταν πάντοτε στη σωστή θέση. Στη σιωπή της νύχτας, θα ανακαλύψεις ότι τίποτα δεν έλειψε ποτέ. Το μόνο που απομένει είναι να αφουγκραστείς και να χορέψεις…