Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Καλάθι

Σεξουαλικές Δυσλειτουργίες

Τι περιλαμβάνουν οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες, πότε μια δυσκολία γίνεται διάγνωση, ποιοι παράγοντες αξιολογούνται και ποιες μορφές θεραπείας βοηθούν.

Οι Σεξουαλικές Δυσλειτουργίες είναι μια ετερογενής ομάδα καταστάσεων που επηρεάζουν με κλινικά σημαντικό τρόπο τη σεξουαλική απόκριση ή την ικανότητα για σεξουαλική ευχαρίστηση. Μπορεί να αφορούν επιθυμία, διέγερση, στύση, οργασμό, εκσπερμάτιση ή πόνο και δυσκολία κατά τη διείσδυση. Ένα άτομο μπορεί να έχει περισσότερες από μία δυσκολίες ταυτόχρονα.

Μια αλλαγή στη σεξουαλική λειτουργία δεν αποτελεί αυτόματα ψυχική διαταραχή. Η αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη την προσωπική δυσφορία, τη διάρκεια, τη συχνότητα, την επαρκή και επιθυμητή διέγερση, την ηλικία, το σώμα, την υγεία, τα φάρμακα, τη σχέση, το πολιτισμικό πλαίσιο και τις προτιμήσεις του ατόμου. Διαφορά επιθυμίας μεταξύ συντρόφων ή χαμηλό ενδιαφέρον χωρίς προσωπική δυσφορία δεν αρκεί για διάγνωση.

Τι είναι οι Σεξουαλικές Δυσλειτουργίες

Στο DSM-5-TR η κατηγορία περιλαμβάνει καθυστερημένη εκσπερμάτιση, στυτική διαταραχή, διαταραχή οργασμού, διαταραχή σεξουαλικού ενδιαφέροντος ή διέγερσης, διαταραχή πόνου ή διείσδυσης στην περιοχή γεννητικών οργάνων και πυέλου, μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, πρόωρη εκσπερμάτιση, δυσλειτουργία επαγόμενη από ουσία ή φάρμακο και άλλες προσδιορισμένες ή μη προσδιορισμένες μορφές. Οι ονομασίες ορισμένων διαγνώσεων είναι έμφυλες, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να είναι συμπεριληπτική. Όταν μια διάγνωση συνδέεται με ανατομία, βασίζεται στην τρέχουσα ανατομία και στις εμπειρίες του ατόμου, όχι στο φύλο που του αποδόθηκε κατά τη γέννηση.

Κύρια χαρακτηριστικά και σημάδια

Οι δυσκολίες μπορεί να είναι δια βίου ή επίκτητες και γενικευμένες ή να εμφανίζονται μόνο σε συγκεκριμένα πλαίσια:

  • Πολύ χαμηλό ή απόν σεξουαλικό ενδιαφέρον και μειωμένες σκέψεις, πρωτοβουλία ή ανταπόκριση σε ερωτικά ερεθίσματα, όταν αυτό προκαλεί προσωπική δυσφορία.
  • Δυσκολία επίτευξης ή διατήρησης στύσης ή σημαντική μείωση της σκληρότητάς της κατά την επιθυμητή σεξουαλική δραστηριότητα.
  • Σημαντική καθυστέρηση, σπανιότητα ή απουσία εκσπερμάτισης χωρίς το άτομο να επιθυμεί την καθυστέρηση.
  • Εκσπερμάτιση πολύ νωρίτερα από όσο επιθυμεί το άτομο, με επαναλαμβανόμενη δυσφορία και περιορισμένο έλεγχο.
  • Σημαντική δυσκολία, καθυστέρηση ή απουσία οργασμού ή αισθητά μειωμένη ένταση οργασμικών αισθήσεων.
  • Επίμονος πόνος με τη διείσδυση, φόβος πόνου ή διείσδυσης, δυσκολία εισόδου ή έντονη σύσπαση των μυών του πυελικού εδάφους.
  • Εμφάνιση συμπτωμάτων κατά τη λήψη, αύξηση, μείωση ή διακοπή ουσίας ή φαρμάκου, με χρονική σχέση που χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση.
  • Αποφυγή σεξουαλικής επαφής, άγχος επίδοσης, ντροπή ή ένταση στη σχέση ως συνέπειες της επίμονης δυσκολίας.

Πώς γίνεται η διάγνωση

Η αξιολόγηση γίνεται με εμπιστευτικό σεξουαλικό και ιατρικό ιστορικό, εξέταση όταν ενδείκνυται και συζήτηση για επιθυμίες, πλαίσιο, συναίνεση, δυσφορία και στόχους του ατόμου.

  • Καθορίζεται ποια λειτουργία επηρεάζεται, αν η δυσκολία υπήρχε από τις πρώτες σεξουαλικές εμπειρίες ή αποκτήθηκε αργότερα και αν είναι γενικευμένη ή καταστασιακή.
  • Στις περισσότερες ειδικές διαγνώσεις τα συμπτώματα επιμένουν περίπου 6 μήνες και, όπου το αντίστοιχο κριτήριο το απαιτεί, εμφανίζονται σχεδόν σε όλες τις σχετικές σεξουαλικές περιστάσεις.
  • Η δυσκολία προκαλεί κλινικά σημαντική προσωπική δυσφορία. Η δυσαρέσκεια συντρόφου ή η διαφορά στη συχνότητα επιθυμίας δεν αρκούν από μόνες τους.
  • Εξετάζεται αν υπήρχε επαρκής και επιθυμητή διέγερση, επειδή έλλειψη γνώσης, επικοινωνίας ή κατάλληλης διέγερσης μπορεί να χρειάζεται υποστήριξη χωρίς να αποτελεί διαταραχή.
  • Αποκλείονται καλύτερες εξηγήσεις από μη σεξουαλική ψυχική διαταραχή, σοβαρή σχεσιακή δυσφορία, εξαναγκασμό ή βία, ουσία ή φάρμακο και άλλη ιατρική κατάσταση.
  • Η ιατρική εκτίμηση προσαρμόζεται στο σύμπτωμα και μπορεί να περιλαμβάνει καρδιαγγειακούς, ενδοκρινολογικούς, νευρολογικούς, γυναικολογικούς, ουρολογικούς και πυελικούς παράγοντες.

Δεν ισχύουν ακριβώς τα ίδια συμπτωματικά όρια για κάθε διάγνωση της κατηγορίας. Η σελίδα αυτή αποτελεί επισκόπηση και όχι αυτοδιαγνωστικό εργαλείο. Ο ειδικός χρησιμοποιεί τα κριτήρια της συγκεκριμένης δυσλειτουργίας και αποφεύγει υποθέσεις για φύλο, προσανατολισμό, σχέση ή επιθυμητές πρακτικές.

Πώς μπορεί να επηρεάζει την καθημερινότητα

Μια επίμονη δυσκολία μπορεί να προκαλεί απογοήτευση, άγχος πριν από την επαφή, αποφυγή οικειότητας, θλίψη και συγκρούσεις. Μερικοί άνθρωποι αισθάνονται ότι πρέπει να «αποδώσουν» ή ότι απογοητεύουν τον σύντροφό τους, κάτι που αυξάνει την παρακολούθηση του σώματος και δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη διέγερση. Άλλοι βιώνουν πόνο, φόβο ή αίσθηση απώλειας μετά από ασθένεια, επέμβαση, τοκετό ή αλλαγή φαρμάκου. Η σεξουαλική ικανοποίηση δεν ορίζεται από μία πρακτική ή από τη διείσδυση και οι θεραπευτικοί στόχοι πρέπει να βασίζονται σε ό,τι είναι ασφαλές, συναινετικό και σημαντικό για το ίδιο το άτομο.

Αίτια και παράγοντες κινδύνου

Η σεξουαλική λειτουργία προκύπτει από αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών, σχεσιακών και κοινωνικοπολιτισμικών παραγόντων. Καρδιαγγειακά, ενδοκρινολογικά, νευρολογικά ή πυελικά προβλήματα, πόνος, εμμηνόπαυση, χειρουργείο και φάρμακα μπορεί να επηρεάζουν το σώμα. Άγχος, κατάθλιψη, τραύμα, εικόνα σώματος, κόπωση και προσδοκίες επίδοσης μπορεί να επηρεάζουν επιθυμία και απόκριση. Επικοινωνία στη σχέση, διαφορά επιθυμίας, ασφάλεια, ιδιωτικότητα και πολιτισμικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις επίσης έχουν σημασία. Συχνά δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία και αυτό δεν εμποδίζει τη θεραπεία.

Παρόμοιες ή συνυπάρχουσες καταστάσεις

Ο προσδιορισμός της κύριας εξήγησης αποτρέπει ακατάλληλη ή καθυστερημένη θεραπεία:

  • Κατάθλιψη, άγχος, μετατραυματικό στρες και άλλες ψυχικές διαταραχές μπορούν να μειώνουν επιθυμία ή διέγερση· μπορεί επίσης να συνυπάρχει ξεχωριστή σεξουαλική δυσλειτουργία.
  • Αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωτικά, αντιυπερτασικά, ορμονικές θεραπείες, αλκοόλ, οπιοειδή και άλλες ουσίες ή φάρμακα μπορεί να σχετίζονται με συμπτώματα.
  • Διαβήτης, καρδιαγγειακή νόσος, νευρολογική πάθηση, ορμονικές μεταβολές, ενδομητρίωση, λοιμώξεις και παθήσεις του πυελικού εδάφους χρειάζονται ιατρική διερεύνηση.
  • Ανεπαρκής ή ανεπιθύμητη διέγερση, έλλειψη ιδιωτικότητας και διαφορά επιθυμίας στη σχέση μπορεί να χρειάζονται εκπαίδευση ή συμβουλευτική χωρίς ψυχιατρική διάγνωση.
  • Πόνος ή αποφυγή σε πλαίσιο εξαναγκασμού, φόβου ή βίας δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως ατομική δυσλειτουργία· προτεραιότητα είναι η συναίνεση και η ασφάλεια.

Αντιμετώπιση και υποστήριξη

Η θεραπεία στοχεύει στους παράγοντες που εντοπίστηκαν και στους προσωπικούς στόχους, με σεβασμό στη συναίνεση και στην ιδιωτικότητα.

  • Ενημέρωση για τη σεξουαλική απόκριση και συζήτηση για επιθυμητή διέγερση, επικοινωνία και ρεαλιστικές προσδοκίες μπορούν να μειώσουν άγχος και ντροπή.
  • Σεξοθεραπεία, γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία ή θεραπεία ζεύγους μπορεί να βοηθήσει σε άγχος επίδοσης, αποφυγή, επικοινωνία και επαναπροσέγγιση της οικειότητας, μόνο όταν η σχέση είναι ασφαλής.
  • Φυσικοθεραπεία πυελικού εδάφους και σταδιακές παρεμβάσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πόνο ή δυσκολία διείσδυσης μετά από κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση.
  • Ιατρικές θεραπείες για στύση, ορμονικούς, γυναικολογικούς, ουρολογικούς ή νευρολογικούς παράγοντες επιλέγονται εξατομικευμένα από τον αντίστοιχο επαγγελματία.
  • Η ανασκόπηση φαρμάκων γίνεται με τον συνταγογράφο. Μην διακόπτετε απότομα αγωγή και μην χρησιμοποιείτε μη ελεγμένα σκευάσματα ή φάρμακα χωρίς ιατρική συμβουλή.
  • Ύπνος, άσκηση κατάλληλη για την υγεία, διακοπή καπνίσματος και αντιμετώπιση μεταβολικών ή καρδιαγγειακών παραγόντων μπορεί να υποστηρίζουν τη σεξουαλική και συνολική υγεία.

Πότε να ζητήσετε βοήθεια

Ζητήστε αξιολόγηση όταν μια σεξουαλική δυσκολία επιμένει, προκαλεί προσωπική δυσφορία, πόνο ή αποφυγή, εμφανίζεται ξαφνικά ή ακολουθεί αλλαγή φαρμάκου, νόσο, επέμβαση ή τοκετό. Νέα στυτική δυσκολία αξίζει ιατρική εκτίμηση επειδή μπορεί να συνδέεται με καρδιαγγειακούς ή μεταβολικούς παράγοντες. Έντονος ξαφνικός πόνος στα γεννητικά όργανα, σοβαρή αιμορραγία, τραυματισμός, στύση που διαρκεί πάνω από 4 ώρες ή συμπτώματα μετά από σεξουαλική βία χρειάζονται άμεση φροντίδα.

Συχνές ερωτήσεις

Η χαμηλή σεξουαλική επιθυμία είναι πάντα διαταραχή;

Όχι. Η επιθυμία διαφέρει μεταξύ ανθρώπων και αλλάζει με ηλικία, υγεία και πλαίσιο. Διάγνωση εξετάζεται όταν υπάρχει το σχετικό επίμονο πρότυπο και κλινικά σημαντική προσωπική δυσφορία.

Μπορεί ένα φάρμακο να προκαλεί σεξουαλικά συμπτώματα;

Ναι. Πολλά φάρμακα και ουσίες μπορούν να επηρεάζουν επιθυμία, στύση, οργασμό ή εκσπερμάτιση. Η χρονική σχέση αξιολογείται από γιατρό και η αγωγή δεν διακόπτεται απότομα χωρίς συνεννόηση.

Χρειάζεται να συμμετέχει ο σύντροφος στη θεραπεία;

Όχι πάντα. Η συμμετοχή μπορεί να βοηθήσει όταν το άτομο το επιθυμεί και η σχέση είναι ασφαλής. Ατομική αξιολόγηση και θεραπεία παραμένουν κατάλληλες, ιδίως όταν υπάρχει ιδιωτικότητα, σύγκρουση ή φόβος.

Πώς αξιολογούνται οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες σε τρανς ή μη δυαδικά άτομα;

Με βάση την τρέχουσα ανατομία, τα συμπτώματα, τις ορμόνες ή επεμβάσεις, το φύλο και τις προτιμήσεις του ίδιου του ατόμου. Οι έμφυλες ονομασίες του εγχειριδίου δεν πρέπει να οδηγούν σε υποθέσεις ή αποκλεισμό.